σκωμμάτιον
σκωμμάτιον, joke
σκωμμάτιον [ᾰ], τό, Dim. of σκῶμμα, Ar. V. 1289.
σκωμμάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de σκῶμμα, Ar. Vesp. 1289.
σκωμμάτιον, τό, dim. von σκῶμμα, Ar. Vesp. 1289.
σκωμμάτιον
σκωμμάτιον (ᾰ), ου, τό,
Dim. of σκῶμμα, Ar.