σκωλύπτομαι
σκωλύπτομαι, wave to and fro
σκωλύπτομαι,
- wave to and fro, νεάτην (-ον codd.) σ. οὐρήν Nic. Th. 229.
σκωλύπτομαι, recourber, rouler, Nic. Th. 229.
Étym. σκώληξ.
σκωλύπτομαι, krümmen, hin- u. herwinden, σκωλύπτεται οὐρὴν νεάτην, Nic. Th. 229, l.d.