σκωραμίς
σκωραμίς, night-stool
σκωρᾰμίς, ίδος, ἡ,
- night-stool, Ar. Ec. 371.
σκωρ·αμίς, ίδος (ἡ) [ᾰῐδ] vase de nuit, Ar. Eccl. 371.
Étym. σκώρ, ἀμίς.
σκωραμίς, ίδος, ἡ, Nachtstuhl, Ar. Eccl. 371, κωμῳδική.