Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σκωπτολόγος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σκωληκόομαι
σκωληκοποιέω
σκωληκοτοκέω
σκωληκοτοκία
σκωληκοτόκος
σκωληκοφάγος
σκωληκόω
σκωληκώδης
σκωλήκωσις
σκώληξ
σκωλοβάτης
σκωλοβατίζω
σκῶλον
σκῶλος
Σκῶλος
σκωλόω
σκωλύπτομαι
σκῶμμα
σκωμματικός
σκωμμάτιον
σκωπαῖος
σκωπαλέος
Σκώπασις
σκώπευμα
σκωπίας
σκωπτηλός
σκώπτης
σκωπτικός
σκωπτιλλιο
σκωπτόλης
σκωπτολόγος
σκώπτρια
σκώπτω
σκῶρ
σκώρ
σκωραμίς
σκωρία
σκωριάζω
σκωρίδιον
σκωριοειδής
σκωριοποιία
σκωρνυφία
σκωρσελεινα
σκώψ
σκῶψις
σλιφoμαχος
σλιφομαχος
σμʹ
σμαλερός
σμάλλεος
σμᾶμα
σμᾶνος
σμαράγδειος
σμαραγδίζω
σμαράγδινος
σμαράγδιον
σμαραγδίτης
σμαραγδίτης λίθος
σμαραγδῖτις
σμάραγδος
σμαραγδοχαίτας
…
σκωπτολόγος
Save
LSJ
σκωπτολόγος, ον,
=
σκωπτικός,
Sch.
Ar.
Ach.
854.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}