σπογγώδης
σπογγώδης, ες,
- = σπογγοειδής, Hp. Gland. 1, Arist. Pr. 875b22, Dsc. 5.118.
σπογγώδης, ης, ες, c. σπογγοειδής, Hpc. 270, 30.
Étym. σπόγγος, -ωδης.
σπογγώδης, ες, = σπογγοειδής, Plut.