σποδιή
σποδιή, ash-heap
σποδιή, v. σποδιά.
σποδιή
-ῆς, ἡ
[σποδός.]
Smouldering ashes, embers : ὡς ὅτε τις δαλὸν σποδιῇ ἐνέκρυψεν Od. 5.488.
σποδιή : ash-heap, Od. 5.488†.
σποδιή, ash-heap
-ῆς, ἡ
[σποδός.]
Smouldering ashes, embers : ὡς ὅτε τις δαλὸν σποδιῇ ἐνέκρυψεν Od. 5.488.