σταδιοδρόμης Save LSJ Bailly 2024 Pape στᾰδιοδρόμ-ης, ου, ὁ, = sq. [σταδιοδρόμος], Ar. Fr. 858. σταδιο·δρόμης, ου (ὁ) [ᾰ] c. le suiv. Ar. fr. 682. σταδιοδρόμης, ὁ, = σταδιοδρόμος, Ar. bei Poll. 3.146.