στεφανοποιός
στεφανοποιός, chapletmaker
στεφᾰνο-ποιός, ὁ,
- chaplet-maker, Arist. MM 1206a27, A.D. Adv. 189.9.
στεφανο·ποιός, οῦ (ὁ, ἡ) [ᾰ] qui fait des couronnes, Arstt. M. mor. 2, 7, 30.
Étym. στέφανος, ποιέω.
στεφανοποιός, Kränze machend, Arist. magn.mor. 2.7.