Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στῖλα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στιβίζω
στιβίη
στιβική
στιβιλίς
στίβος
στίβω
Στίβων
στιγεύς
στίγμα
στιγμαῖος
στιγματηφορέω
στιγματηφόρος
στιγματίας
στιγματίζω
στιγματοφόρος
στιγμή
στιγμιαῖος
στιγμικός
στιγμός
στίγος
στίγων
στιγών
στίζω
στικτέον
στικτέος
στίκτης
στικτόπους
στικτός
στικτόχροος
στικτόχρους
στῖλα
στιλβαῖος
στιλβάς
στίλβη
στιλβηδόν
στιλβηδών
Στιλβίδης
στιλβόντως
στιλβοποιέω
στιλβός
στιλβότης
στιλβόω
στίλβω
στίλβωθρον
στίλβωμα
στίλβων
Στίλβων
Στιλβωνίδης
στίλβωσις
στιλβωτής
στίλβωτρον
στίλη
στίλος
στιλπνός
στιλπνότης
στιλπνόω
στιλπνωτής
στιλπνωτικός
στίλπων
Στίλπων
στίλψις
…
στῖλα
Save
LSJ
στῖλα, ἡ, unknown utensil mentioned in a marriage-contract,
PMasp.
6 ii 48 (vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}