στιχάς Save LSJ Bailly 2024 Pape στῐχάς, άδος, ἡ, poet. for στίχος, in dat. pl. στιχάδεσσι, Epigr.Gr. 1035.16 (Pergam.). στιχάς, άδος (ἡ) c. στίχος, Diosc. στιχάς, άδος, ἡ, poet. = στίχος (?). S. στοιχάς.