Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στίππον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στίλβων
Στίλβων
Στιλβωνίδης
στίλβωσις
στιλβωτής
στίλβωτρον
στίλη
στίλος
στιλπνός
στιλπνότης
στιλπνόω
στιλπνωτής
στιλπνωτικός
στίλπων
Στίλπων
στίλψις
στίμι
στίμμι
στιμμίζω
στίμμις
στίμμισμα
στίξ
στίξις
στῖξις
στῖον
στιπεουργός
στιπουργός
στιππεῖον
στιππόϊνος
στιπποκογχιστής
στίππον
στιπποπραγματευτής
στιπποτιμητής
στιππουργός
στιπποχειριστής
στιππύϊνος
στιππύον
στιππυουργός
στιπτός
στιπύϊνος
Στιριεύς
Στῖρις
στιτθόν
Στιφάνη
στῖφος
στιφράω
στιφρός
στιφρότης
στιφρόω
στιχαοιδός
στιχάομαι
στιχάριον
στιχάς
στιχάω
στιχελεγεῖον
στίχες
στίχη
στιχηδόν
στιχήρης
στιχηρός
στιχίαμβος
…
στίππον
Save
LSJ
στίππον, τό,
=
στιππύον,
in gen. sg.
στίππου,
PGoodsp.Cair.
30 xxxvii 11 (ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}