στιχήρης
στιχήρης, in rows
στῐχ-ήρης, ες,
- in rows or ranks, Hld. 3.2.
στιχήρης, ης, ες [ῐ] disposé par lignes, par rangées, Hld. 3, 2,.
Étym. *στίξ, *ἄρω.
στιχήρης, ες, = στιχηρός, Sp.
στιχήρης, in rows