στιώδης
στιώδης, stony, hard
στῑώδης, ες, (στῖον)
- stony, hard, Gal. 19.140.
στιώδης, ης, ες [ῑ] rocailleux, Gal. Lex. Hipp. 19, 140.
στιώδης, [ῑ], ες, steinartig, steinigt, Sp.
στιώδης, stony, hard