στιχούργημα
στιχούργημα, versification
στῐχούργ-ημα, ατος, τό, and στῐχουργ-ία, ἡ,
- versification, Sch. Lyc. 324,817.
στιχούργημα, τό, gemachter Vers, Schol. Lycophr. 324.
στιχούργημα, versification