στλέγγιστρον Save LSJ Pape στλέγγ-ιστρον, τό, = στλεγγίς, EM 725.48 in marg., in forms στέλγ- and στέργ-. στλέγγιστρον, τό, seltener στέλγιστρον, = στλεγγίς, Sp.