στοιά Save LSJ Bailly 2024 Pape στοιά, v. στοά. στοιά, ᾶς (ἡ) c. στοά, Ar. Eccl. 676, 684, 686. στοιά, ἡ, = στοά ; Ar. Eccl. 676, 686 ; Eur. Heracl. 431.