στλεγγιδοποιός
στλεγγιδοποιός, making scrapers
στλεγγῐδο-ποιός, όν,
- making στλεγγίδες, Str. 15.1.67; also στελγιδο-, EM 730.36.
στλεγγιδο·ποιός, οῦ (ὁ) [ῐδ] fabricant de strigiles, sortes de racloirs, Str. 717.
Étym. στλεγγίς, ποιέω.
στλεγγιδοποιός, στλεγγίδας verfertigend ; B.A. 303 ; Phot.