στοιχαδίτης
στοιχαδίτης, flavoured with
στοιχᾰδίτης [ῑ], ου, ὁ,
- flavoured with στοιχάς II, οἶνος Dsc. 5.42.
στοιχαδίτης, ου [ᾰῑ] adj. m. parfumé de lavande, Diosc. 5, 54.
Étym. στοιχάς.
στοιχαδίτης, ὁ, fem. στοιχαδῖτις, ιδος, = στοιχαδικός, Diosc.