στοιχειωτικός
στοιχειωτικός, elementary
στοιχει-ωτικός, ή, όν,
- elementary, Epicur. Fr. 242.
- 2 serial, ὁ τῆς ἑπταζώνου σ. λόγος Paul.Al. I. 3 (1,42.2).
στοιχειωτικός, ή, όν, élémentaire, DL. 10, 30 ; Clém. 673, 771.
Étym. στοιχειόω.
στοιχειωτικός, zum στοιχειωτής od. zur στοιχείωσις gehörig, elementarisch, Sp.