About
Menu

στοιχειωτικός

στοιχειωτικός, elementary

στοιχει-ωτικός, ή, όν,
  • elementary, Epicur. Fr. 242.
      • 2 serial, ὁ τῆς ἑπταζώνου σ. λόγος Paul.Al. I. 3 (1,42.2).

Saved

Recent