Στοϊκός Save LSJ Bailly 2024 Abbott-Smith NT Middle Liddell Στοϊκός, v. Στωϊκός. Στοϊκός, ή, όν, poét. c. Στωϊκός, Anth. 9, 496. Στοϊκός, v.s. Στωικός. Στοϊκός, ή, όν poetic for Στωϊκός, Anth.