Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συβριακός
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σύαινα
συάκιν
συανία
σῦαξ
σύαξ
σύαρον
συάς
συβαλής
συβάλλας
σύβαξ
Συβάρειος
συβαριασμός
Συβαρίζω
συβαρίζω
Σύβαρις
σύβαρις
Συβαρίτης
Συβαριτικός
Συβαρῖτις
συβαρνίς
σύβας
συβαύβαλος
σύββολον
συβήνη
συβίνη
συβόσιον
Σύβοτα
συβότης
σύβρα
συβριάζω
συβριακός
συβριασμός
συβροί
συβωτέω
συβώτης
συβωτικός
συβώτρια
συγ
συγγάλακτος
συγγαλακτοτροφέω
συγγαληνιάω
σύγγαμβροι
σύγγαμβρος
συγγαμέτης
συγγαμέω
συγγαμία
σύγγαμος
συγγάμος
συγγανύσκομαι
συγγείτνιος
συγγείτων
συγγελάω
συγγενεαλογέω
συγγένεια
συγγένειος
συγγενέτειρα
συγγενέτης
συγγενέτις
συγγενεύς
συγγένημα
συγγενής
…
συβριακός
Save
LSJ
Pape
σῡβρι-ακός, ή, όν,
=
πολυτελής,
Hsch.
συβριακός
,
schwelgerisch, üppig, VLL
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}