συβόσιον
συβόσιον, a herd of swine
σῠβόσιον, τό, (σῦς, βόσκω)
- a herd of swine, Il. 11.679= Od. 14.101 (pl. -ια, with ῑ metri gr., written συβόσεια as v.l. in Il. l.c.), Plb. 12.4.8, Lib. Decl. 31.16.
- II pigsty, Suid.
συ·βόσιον, ου (τὸ) troupeau de cochons, Pol. 12, 4, 8 ||
➳ [ῑ Il. 11, 679 ; Od. 14, 101].
Étym. σῦς, βόσκω.
συβόσιον, τό, Sauherde, Hom. zweimal, Il. 11.679, Od. 14.101 συῶν συβόσια [in beiden Stellen ist ι auffallend des Verses wegen lang gebraucht]; Pol. 12.4.8 u. A.; bei Sp. auch = Schweinestall.
συβόσιον
-ου, τό
[σῦς + βόσκω.]
A herd of swine : τόσσα συῶν συβόσια Il. 11.679 := Od. 14.101.
συβόσιον (βόσις), pl. συβόσῑα(συβόσεια): herd of swine, pl., Il. 11.769, Od. 14.101.
συβόσιον
σῠ-βόσῑον, ου, τό,
σῦς, βόσκω
- a herd of swine, Hom.