συγγενέτειρα
συγγενέτειρα, parent, mother
συγγεν-έτειρα, ἡ, (cf. γενέτης)
- parent, mother, E. El. 746 (lyr.).
συγγενέτειρα, ας (ἡ) sœur, Eur. El. 746.
συγγενέτειρα, ἡ, fem. zu συγγενέτης, Miterzeugerin, Eur. El. 746.