συβώτρια Save LSJ Bailly 2024 Pape σῠβώτ-ρια, ἡ, fem. of συβώτης, Pl.Com. 211. συβώτρια, ας (ἡ) [ῠ] fém. de συβώτης, Plat. com. 2-2, 685 Mein. συβώτρια, ἡ, fem. zu συβώτης, Poll. 4.56 aus Plat. com.