Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγγείτνιος
συγγείτνιος, neighbouring
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συβαρνίς
σύβας
συβαύβαλος
σύββολον
συβήνη
συβίνη
συβόσιον
Σύβοτα
συβότης
σύβρα
συβριάζω
συβριακός
συβριασμός
συβροί
συβωτέω
συβώτης
συβωτικός
συβώτρια
συγ
συγγάλακτος
συγγαλακτοτροφέω
συγγαληνιάω
σύγγαμβροι
σύγγαμβρος
συγγαμέτης
συγγαμέω
συγγαμία
σύγγαμος
συγγάμος
συγγανύσκομαι
συγγείτνιος
συγγείτων
συγγελάω
συγγενεαλογέω
συγγένεια
συγγένειος
συγγενέτειρα
συγγενέτης
συγγενέτις
συγγενεύς
συγγένημα
συγγενής
συγγένησις
συγγενήτωρ
συγγενικός
συγγενικῶς
συγγενίς
συγγεννάω
συγγέννημα
συγγεννήτωρ
συγγενοκτόνος
συγγενῶς
συγγεοῦχος
συγγέρων
συγγεύομαι
συγγεωργέω
συγγέωργος
συγγεωργός
συγγηθέω
συγγηράσκω
συγγηράω
…
συγγείτνιος
Save
συγγείτνιος, neighbouring
LSJ
συγγείτνιος, ον,
neighbouring,
CPR
206.9 (ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}