About Report a problem

Menu

συγκαταπίμπλημι

συγκαταπίμπλημι, to infect likewise

συγκατα-πίμπλημι,
  • infect likewise (cf. ἀναπίμπλημι II.2), τοὺς ἀναιτίους Antipho 2.1.10.

Saved

Recent