συγκαταπίμπλημι
συγκαταπίμπλημι, to infect likewise
συγκατα-πίμπλημι,
- infect likewise (cf. ἀναπίμπλημι II.2), τοὺς ἀναιτίους Antipho 2.1.10.
συγ·καταπίμπλημι, remplir ensemble ou en même temps, Ant. 116, 13.
συγκαταπίμπλημι, (πίμπλημι), mit oder zugleich anfüllen, vollmachen, verunreinigen, Antipho 2 α 10.
συγκαταπίμπλημι
fut. -πλήσω
- to infect likewise, Antipho.