συγκαταπολεμέω
συγκαταπολεμέω, join in subduing
συγκατα-πολεμέω,
- join in subduing, τοὺς Ἀθηναίους D.S. 16.22; Ἀλεξάνδρῳ τὴν Ἀσίαν Id. 19.15, cf. Str. 13.4.2, J. AJ 13.5.11.
συγ·καταπολεμέω-ῶ, aider à vaincre, à soumettre, Str. 624 ; DS. 16, 22 ; 19, 15.
συγκαταπολεμέω, mit oder zugleich bekriegen, überwinden, Sp.