συγχωρία
συγχωρία, indulgence
συγχωρ-ία, Ion. -ιη, ἡ,
- indulgence in diet, Hp. Praec. 14.
συγχωρία, ion. συγχωρίη, ης (ἡ) c. συγχώρησις, Hpc. 28, 36.
συγχωρία, ἡ, = συγχώρησις, Hippocr.
συγχωρία, indulgence