συγχρωματίζομαι Save LSJ Bailly 2024 συγχρωμᾰτ-ίζομαι, f.l. for συγχρωτίζομαι in Corp.Herm. 10.17:— Act., f.l. ib. 12.10. συγ·χρωματίζομαι [ᾰ] c. le préc. au pass. Herm. trism. Poem. 10, 12.