συγχωρητικός
συγχωρητικός, assigning a place to . .
συγχωρ-ητικός, ή, όν,
- assigning a place to . ., νοῦς σ. πάντων Herm. ap. Stob. 1.18.3.
συγχωρητικός, ή, όν, enclin à concéder, à pardonner, Orig. 3, 1193 Migne.
Étym. συγχωρέω.
συγχωρητικός, ή, όν, zum Nachgeben gehörig, nachgiebig, nachsichtig, Sp.