Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συζυγίτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγχωρίζω
συγχωρίη
σύγχωρος
σύγχωσις
σύγχωσμα
σύδην
Συδριάδες
σύειος
Συέλλιοι
Συέννεσις
συζάω
συζεύγνυμι
συζευκτέον
συζευκτικός
σύζευξις
συζέω
συζῆν
σύζησις
συζητέω
συζήτησις
συζητητής
συζητητικός
συζήω
συζοφόω
συζυγέω
συζυγή
συζυγής
συζύγησις
συζυγία
συζύγιος
συζυγίτης
συζυγῖτις
σύζυγος
συζύγως
συζυμόω
σύζυξ
συζῶ
σύζωμα
συζώννυμι
συζωοποιέω
σύζωος
συηβόλος
συῆλαι
συηνέω
Συήνη
συηνία
Συηνίτης
συηνός
Σύθας
σύθην
συΐδιον
Συΐλλοι
σύϊνος
συκάζω
συκαλίς
συκαλλίς
συκαλόβον
συκαμινέα
συκαμινεών
συκαμίνη
συκαμίνινος
…
συζυγίτης
Save
Pape
συζυγίτης
, ὁ, fem. συζυγῖτις, ιδος, = σύζυγος, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}