συκαμίνινος
συκαμίνινος, of or belonging to the συκάμινος
σῡκᾰμίν-ῐνος [μῑ], η, ον,
- of or belonging to the συκάμινος, σ. τρῖμμα Sotad.Com. 1.4; [ξύλα] PCair.Zen. 270.1, 6 (iii B.C.); made of συκάμινος, πλοῖον ib. 188.6.
συκαμίνινος, η, ον [ῡᾰῑῐ] de mûres, Sotad. (Com. fr. 3, 585).
Étym. συκάμινος.