Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συκαλλίς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συζυγή
συζυγής
συζύγησις
συζυγία
συζύγιος
συζυγίτης
συζυγῖτις
σύζυγος
συζύγως
συζυμόω
σύζυξ
συζῶ
σύζωμα
συζώννυμι
συζωοποιέω
σύζωος
συηβόλος
συῆλαι
συηνέω
Συήνη
συηνία
Συηνίτης
συηνός
Σύθας
σύθην
συΐδιον
Συΐλλοι
σύϊνος
συκάζω
συκαλίς
συκαλλίς
συκαλόβον
συκαμινέα
συκαμινεών
συκαμίνη
συκαμίνινος
συκαμινοακάνθινος
συκάμινον
συκάμινος
συκαμινώδης
συκάριον
συκάς
συκάσιος
συκαστής
συκάστρια
συκέα
συκέη
σύκειον
συκεών
συκῆ
Συκή
συκηγορία
συκία
συκιδαφόρος
συκίδιον
συκίζω
Συκίνη
σύκινος
συκινόφυλλον
συκίον
συκίς
…
συκαλλίς
Save
Bailly 2024
συκαλλίς,
ίδος
(
ἡ
)
[
ῡῐδ
]
var. du préc.
Epich.
fr. 49 Ahrens
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}