σύζωμα
σύζωμα, girdle
σύζωμα, ατος, τό,
- girdle, A. Supp. 462 (pl.).
σύζωμα, ατος (τὸ) ceinture, Eschl. Suppl. 462.
Étym. συζώννυμι.
σύζωμα, τό, Zusammengürtung, Gurt, Aesch. Suppl. 457.
σύζωμα, girdle