συμβασιλιστής
συμβασιλιστής, fellow-member of guild of βασιλισταί
συμβᾰσῐλ-ιστής, οῦ, ὁ,
- fellow-member of guild of βασιλισταί (q.v.), Arch.Pap. 5.158.6 (iii B.C.).