συμβατήριος
συμβατήριος, tending to agreement, conciliatory
συμβᾰτ-ήριος, ον,
- = sq., λόγοι Th. 5.76, D.H. 2.45, al.; σπονδαί Ph. 1.390, al.
συμβατήριος, ος, ον [ᾰ] conciliant, Thc. 5, 76 ; DH. 2, 45 etc.
Étym. συμβαίνω.
συμβατήριος, = συμβατικός, λόγοι, Thuc. 5.76.