Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συλολωπία
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συλλιπαίνομαι
συλλιπαίνω
συλλίρ
συλλογεύς
συλλογευτικός
συλλογή
συλλογίζομαι
συλλογίζω
συλλογιμαῖος
συλλογισμός
συλλογιστέος
συλλογιστής
συλλογιστικός
συλλογιστικῶς
σύλλογος
συλλοιδορέω
συλλούομαι
σύλλουτρον
συλλούω
συλλοχάω
συλλοχία
συλλοχίζω
συλλοχισμός
συλλοχίτης
συλλυπέω
σύλλυσις
συλλυσσάομαι
συλλυσσάω
συλλύται
συλλύω
συλολωπία
σῦλον
συλόνυξ
Συλοσῶν
συλοχρηματέω
σῦμα
Σύμαιθος
Συμαῖος
συμβάδην
συμβαδίζω
συμβαίνω
συμβακχεύω
συμβάκχη
σύμβακχος
συμβαλανεύομαι
συμβαλλομαχέω
συμβαλλομαχία
συμβαλλομάχος
συμβάλλω
σύμβαμα
συμβαματικός
συμβαπτίζομαι
συμβαπτίζω
συμβαρβαρίζω
συμβαρέω
συμβαρύνω
συμβάς
συμβασείω
συμβασιλεύς
συμβασιλεύω
συμβασιλιστής
…
συλολωπία
Save
Pape
συλολωπία
, [ῡ], ἡ,
Kleiderdiebstahl
, Poll. 6.42.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}