συμβόλαιος
συμβόλαιος, of or concerning contracts
συμβόλ-αιος, α, ον,
- of or concerning contracts, αἱ ξ. δίκαι Th. 1.77 (Hsch. has both ξυμβολιμαίας δίκας and συμβολαίας δίκας); otherwise expld. as δίκαι αἱ ἀπὸ συμβόλων, cf. σύμβολον II.
συμβόλαιος, α, ον, relatif à un contrat, Thc. 1, 77.
Étym. συμβολή.
συμβόλαιος, zum Kontrakte gehörig, darauf Bezug habend, ξυμβόλαιαι δίκαι, Thuc. 1.77.
συμβόλαιος
from συμβόλαιον
συμβόλαιος, α, ον
- of or concerning contracts, Thuc.