Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμβλήμην
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμβεννίων
συμβηματίζω
συμβησείω
συμβία
συμβιάζομαι
συμβιάζω
συμβιβάζω
συμβίβασις
συμβιβασμός
συμβιβαστής
συμβιβαστικός
συμβιβῶ
σύμβιος
συμβιοτεύω
συμβιότη
συμβίοτος
συμβιόω
συμβίωσις
συμβιωτάριον
συμβιωτέον
συμβιωτέος
συμβιωτής
συμβιωτικός
συμβιωτός
συμβλάπτω
συμβλαστάνω
συμβλαστής
συμβλέπω
συμβλήδην
σύμβλημα
συμβλήμην
συμβλής
συμβλήσεαι
σύμβλησις
συμβλήσομαι
συμβλητέον
συμβλητέος
συμβλητικός
συμβλητός
συμβλύζω
συμβλύω
συμβοάω
συμβοήθεια
συμβοηθέω
συμβοηθητικόν
συμβοηθός
συμβολαιογράφος
συμβόλαιον
συμβολαιόομαι
συμβόλαιος
συμβολατεύω
συμβολέτης
συμβολεύς
συμβολεύω
συμβολέω
συμβολή
συμβόλησις
συμβολήτρα
συμβολικός
συμβόλικτρον
συμβολικῶς
…
συμβλήμην
Save
Bailly 2024
συμβλήμην,
ησο, ητο,
ao. 2 moy. épq. de
συμβάλλω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}