συμπαίκτωρ
συμ-παίκτωρ, ορος, ὁ,
- v.l. for -παίστωρ (q.v.).
συμπαίκτωρ, ορος (ὁ) c. συμπαιστής, Orph. H. 42, 7 ; Anth. 6, 154, 162.
συμπαίκτωρ, ορος, ὁ, = συμπαίκτης, v.l. von συμπαίστωρ bei Xen.
συμπαίκτωρ, ορος, ὁ,
= συμπαιστής, Xen., Anth.