συμπαίστωρ
συμ-παίστωρ, ορος, ὁ,
- = συμπαιστής, X. Cyr. 1.3.14 (v.l. συμπαίκτωρ), AP 6.154 (Leon. or Gaet.), 162 (Mel.).
συμπαίστωρ, ορος (ὁ) c. συμπαιστής, Anth. 6, 154 (var. συμπαίκτωρ) ; Syn. 2c.
συμπαίστωρ, ορος, ὁ, = συμπαίκτωρ ; Mel. 114 (VI.162), v.l. συμπαίκτωρ, wie Leon.Tar. 30 (VI.154); auch Xen. Cyr. 1.3.14 v.l.