συμπάθησις
συμπάθησις, sympathy
συμπάθ-ησις, εως, ἡ,
- sympathy, Hp. Praec. 14.
συμπάθησις, εως (ἡ) [ᾰ] c. συμπάθεια, Hpc.
Étym. συμπαθέω.
συμπάθησις, ἡ, = συμπάθεια, Hippocr.
συμπάθησις, sympathy