συνακτός Save συνακτός, collected LSJ Bailly 2024 συνακ-τός, ή, όν, collected, ὕδωρ Porph. Abst. 1.42. συνακτός, ή, όν, amassé, recueilli, Porph. Abst. 1, 42. Étym. vb. de συνάγω.