About Report a problem

Menu

συνδρήστειρα

συνδρήστειρα, joint-agent, assistant

συνδρήστειρα, ἡ, Ion. for *συνδράστειρα,
  • joint-agent, assistant, σύν τε δρήστειρα πέλεσθαι A.R. 3.700.

Saved

Recent