συνδρήστειρα
συνδρήστειρα, joint-agent, assistant
συνδρήστειρα, ἡ, Ion. for *συνδράστειρα,
- joint-agent, assistant, σύν τε δρήστειρα πέλεσθαι A.R. 3.700.
συνδρήστειρα, ας (ἡ) ion. qui aide, A. Rh. 3, 700 (tmèse).
Étym. συνδράω.
συνδρήστειρα, ἡ, fem. von συνδρηστήρ, in tmesi Ap.Rh. 3.669, = συνεργός.