συνεμπίπρημι
συνεμπίπρημι, to burn together
συνεμ-πίπρημι,
- burn together, E. Rh. 489, Nic.Dam. Fr. 68 J.:—Pass., συνεμπεπρῆσθαι τῷ ναῷ Str. 14.1.22, cf. 15.1.68, Ar.Did. Epit. 12.
συν·εμπίπρημι (ao. pass. inf. συνεμπρησθῆναι, pf. συνεμπεπρῆσθαι) brûler ensemble, Eur. Rhes. 489 ; au pass. Str. 640.
συνεμπίπρημι, (πίμπρημι), mit od. zugleich anzünden, συνεμπρῆσαι νεῶν πρύμνας, Eur. Rhes. 489.
συνεμπίπρημι
fut. -πρήσω
- to burn together, Eur.