συνεξαμιλλάομαι
συνεξαμιλλάομαι, struggle jointly with
συνεξ-ᾰμιλλάομαι,
- struggle jointly with, c. dat., Plu. Sanit. 2.137d.
συν·εξαμιλλάομαι-ῶμαι [ᾰμ] lutter avec, Plut. M. 137c.
συνεξαμιλλάομαι, mit, zugleich einen Wettkampf beginnen, Plut. de sanit. tuend. p. 409, θνητὸν ἀθανάτοις καὶ γηγενὲς Ὀλυμπίοις συνεξαμιλλᾶσθαι καὶ συνεξανύτειν.