συνηρμοσμένως
συνηρμοσμένως, conformably
συνηρμοσμένως, Adv., (συναρμόζω)
- conformably, M.Ant. 4.45.
συνηρμοσμένως, adv. en un parfait accord, M. Ant. 4, 45.
Étym. συναρμόζω.
συνηρμοσμένως, adv. part. perf. pass. von συναρμόζω, anpassend, schicklich, M.Ant. 4.39.