συνηπειρώτης Save συνηπειρώτης, fellow-Epirote LSJ Bailly 2024 συνηπειρώτης, ου, ὁ, fellow-Epirote, Varro RR 2.5. συν·ηπειρώτης, ου (ὁ) compatriote d’Épire, Varr. R.R. 2, 5.