συνησκημένως
συνησκημένως, neatly
συνησκημένως, Adv., (συνασκέω)
- neatly, Lat. polite, Gloss.
συνησκημένως, adv. part. pf. pass.v. συνασκέω, ausgeschmückt, zierlich.
συνησκημένως, neatly