συνομιλητής
συνομιλητής, companion
συνομῑλ-ητής, οῦ, ὁ,
- companion, Elias in Porph. 15.27: metaph. of books, Ath.Med. ap. Orib. inc. 21.20: fem. συνομῑλ-ήτρια, Hsch. s.v. συνεψία.
συνομιλητής, οῦ (ὁ) [ῑ] c. ὁμιλητής, Ath. (Orib. 3, 168 B.-Dar.).
Étym. συνομιλέω.